Πάνω στο μακρόστενο κάρο κουβαλάμε
τα λίγα συμπράγκαλα.
Φτάσαμε με τρένο από τη Δράμα.
Βροντάνε οι ρόδες στο καλντερίμι.
Βροντάνε κι οι μπότες των Γερμανών τη σκλαβιά.
Στα παιδικά μάτια η βουλγαρική θηριωδία, νωπή.
Η Εγνατία με τους λιπόσαρκους φτωχούς διαβάτες
φιλοξενεί την απελπισία, τον φόβο και την οδύνη.
Το φτωχικό δωμάτιο μας υποδέχεται με τη φωνή
της καμπάνας του εσπερινού της Αγίας Τριάδας.
Στους παραδιπλανούς δρόμους διάσπαρτα πτώματα
τυμπανιαία από την πείνα και την αβιταμίνωση.
Το κάρο του Δήμου περιφέρεται αργό, φρικτό, αδιάφορο.
Τη νύχτα τα βαριά βήματα της περιπόλου του τρόμου
δεν μπορούν να σκεπάσουν το αγιόκλημα και την ευωδιά του.
Στην παραλία η θάλασσα λάμπει σαν ωραία νεράιδα.
Στις αυλές, ζεματιστές μπουγάδες για τις άφθονες ψείρες,
στα τραπέζια λιγοστή η μπομπότα κι η λαχανίδα.
Στις ανοικτές αλάνες Ελληνόπουλα κι Εβραιόπουλα
συναγωνίζονται στην ανέμελη παιδική χαρά.
Ένα χρόνο πριν τη μεγάλη εγκληματική τραγωδία,
σπανιόλικα τραγούδια αντηχούν στα εβραίικα χαμόσπιτα.

Αφήστε μια απάντηση